Οι ώμοι του,
λουσμένοι στο φως του πολυελαίου,
γυάλιζαν σαν μαργαριτάρια.
Τα ροδαλά, κοίλα, σαρκώδη μέρη,
σα λόφοι ροδοπέταλων,
ανέμεναν τρεμάμενα.
Καταχνιασμένα τα μάτια του,
επέτρεψαν την προέλαση
σε κάθε σκιερή γούβα.
Στην απεραντοσύνη του σώματος
δεν καλλιεργείται η ευλογία
μα η απελπισία.